Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Διαδρομή Βραδινού Λεωφορείου...


Νόμιζε πως ταξίδευε στις λεωφόρους του ουρανού σαν μέσα σε βαρύ σύννεφο.

Τόση υγρασία είχε απόψε.


Κοίταζε έξω από το παράθυρο τις φιγούρες των δέντρων. Η ταχύτητα με την οποία προσπερνούσαν το τοπίο, το έκανε να μοιάζει παραδομένο στη σιωπή. Έλεγες πως όλοι οι ήχοι είχαν συγκεντρωθεί εντός του οχήματος και ο έξω κόσμος ήταν σιωπηλός θεατής της μετακίνησής τους.


Επιβάτες, λίγο περισσότεροι από τριάντα κι ας ήταν νύχτα, όλοι μεσόκοποι και κουρασμένοι.

Ευτυχώς απολάμβανε την κατάχρηση του διπλού καθίσματος, αφού η διπλανή της κυρία είχε μετακομίσει σ’ ένα άλλο διπλό, άδειο κι αυτό.

Από μια ώρα και μετά, τα περιγράμματα των δέντρων χάθηκαν στο απόλυτο σκοτάδι. Ο οδηγός έσβησε τα εσωτερικά φώτα.


Μια θλιβερή ανάσα ύπνου απλώθηκε και την τύλιξε ασφυκτικά.

Ένιωσε τον γνωστό κλειστοφοβικό πανικό. Θα έσκαγε. Μικρές στάλες ιδρώτα εμφανίστηκαν στο μέτωπό της. Σίγουρα θα είχαν κοκκινίσει τα μάτια της. Ένιωθε τον αέρα να γίνεται πυκνός και απεχθής. Δεν γλιστρούσε στα πνευμόνια. Καταλάβαινε ότι βουλιάζει, ότι πνίγεται. Οι βλεννογόνοι της ξηραίνονταν. Η εισπνοές της ακούγονταν σαν σφύριγμα ή ρόγχος.

Τα συμπτώματα, είχαν την ίδια ένταση της πρώτης φοράς. Συνέβαιναν και την κρατούσαν βίαια στο χείλος του κινδύνου, ή θα ούρλιαζε ή θα λιποθυμούσε.


Τι το ήθελε και ταξίδευε μόνη; Αν ήταν κάποιος μαζί της θα ένιωθε πιο καλά. Τουλάχιστον, αν έχανε τις αισθήσεις της, δεν θα χρειαζόταν να την φροντίσουν ξένοι άνθρωποι.

Το είχε πάθει μία φορά. Όταν μετά άνοιξε τα μάτια της, διαπίστωσε ότι της είχαν ανοίξει το πουκάμισο, της είχαν λύσει το στηθόδεσμο και την είχαν καταβρέξει με νερό. Τα πόδια της, σηκωμένα ψιλά, όπως έπρεπε, αποκάλυπταν τα εσώρουχά της.


Τι πιο φυσικό; Σιγά μην νοιαζόταν κάποιος ξένος για την αξιοπρέπειά της. Εδώ οι δικοί και δεν…


Τι είχε πει ο γιατρός; Να κάνει λογικές σκέψεις. Αυτό είχε πει.

Η λογική εξαρθρώνει το φόβο.


Αναγύρισε στο πλάι και προσπάθησε να βολευτεί όπως-όπως. Θα ήταν καλύτερα αν κοιμόταν.

Έχωσε το πρόσωπό της μέσα στον ξεχειλωτό γιακά της μπλούζας της. Οσφραινόταν το άρωμά της. Στιγμιαία ωραίο.


Με τα δάχτυλα, άρχισε να φαντάζεται ότι σκάβει μέσα της μικρές λακκουβίτσες, φανταστικές κρύπτες, μισόφωτες γωνίτσες, για να τους αποθέσει την

πραγματικότητα.


Άξαφνα, ήρθε στο νου της η αίσθηση του κορμιού του.

Υγρό, απαλό, οικείο.

Η μυρωδιά του… νοτισμένη από τη βροχή, στεγνωμένη από τον ήλιο, πιπεράτη από τα ανθισμένα γύρω βασιλικά, μεγεθυμένη από την έλλειψη.

Ύστερα θυμήθηκε τη φωνή του. Βαθειά, απαλή, στέρεη, οικεία.


Ο στίχος ήρθε και άστραψε στη σκέψη της.

«Γέμισα τις κατακόμβες της ψυχής μου μ’ εσένα.»

Της άρεσε…


Έκανε συνειρμούς που της φαίνονταν γοητευτικοί.

Χιλιάδες χρόνια μετά το θάνατό της, οι αρχαιολόγοι, που θα ανακάλυπταν το κορμί της, θα τον έβρισκαν εγχυτρισμένο εκεί. Δίπλα, τα ιερά και τα άγιά του.

Το δισκοπότηρο με το αίμα του, λέξεις. Το αντιμήνσιο με την εικόνα του, λόγος. Η αγία αναφορά του, αίσθηση.

Ένιωσε μέσα της το ανατρίχιασμα του όλου.


Άνοιξε τα μάτια της. Είχαν φτάσει.


Στη σκέψη της σκίρτησε η ευχή: «Συ εκ του μη όντως εις το είναι ημάς παρήγαγες.»



17/6/2009


Ελένη Λ.



Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Ούτε ένα βλέμμα...

.

Στην Αλήθεια που κέρδισα κοντά σου... σ' ευχαριστώ.

8/5/2009



Έχεις βρεθεί ποτέ στη σιωπή του χειρουργείου;


...


Ξημέρωνε του Προφήτη Ηλία. Το νοικιασμένο όχημα έσχιζε βολίδα τον Εθνικό δρόμο, ανέβαινε.

Δεν είχα βαλίτσες. Δεν είχα τίποτα μαζί μου, μόνο μια πέτρα.

Μια πέτρα από αίμα και φόβο.

Η διάγνωση ήταν σαφής. Πέθαινες…

Για την ακρίβεια, σε σκότωνα.


Είχε από χτες προδιαγραφεί η πορεία σου. Μόνο εγώ δεν το ήξερα.

Ο πανικός όλων έπρεπε να με υποψιάσει.

Α, τι τυφλή που είναι η ελπίδα;


5.30΄ ξημερώματα, 192ο χιλιόμετρο,

αλλάζει η όσφρησή μου.

Δεν το ξέρω.

Πέθανες.


Φτάσαμε πολύ νωρίς, με περίμεναν.

Πράσινοι τοίχοι; Δεν θυμάμαι.

Μυρωδιές; Δεν θυμάμαι.

Μια πεταλούδα αγγίζει το χέρι μου.

Δεν νοιώθω τίποτα.

Προσπαθούν να μη με πονούν. Με λυπούνται.


Στο δωμάτιο τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα.

Η ηλίθια επαρχιώτισσα, κόρη Διευθυντού της Μέσης Εκπαιδεύσεως, δεν μπορούσε την ανάσα μου.

Έπρεπε να κρατώ το ρυθμό σε κάθε πόνο και δεν άντεχε να μ’ ακούει.

Το τρανζίστορ της όλη τη νύχτα συνόδευε τη βρύση που έσταζε.


Αδύνατον να κοιμηθώ.

Κάθε σταγόνα στη φλέβα μου εκσφενδόνιζε την ύπαρξή μου στα πέρατα.

Άντεχα.



Από την δεύτερη μέρα άρχισαν οι καθοριστικές παρεμβάσεις,
ενδοκολπικές, λαπαροσκοπικές, ενέσιμες
Δεν με άγγιζε τίποτα.
Μόνο η σκληρότητα του τρανζίστορ τις νύχτες.
Ηλίθιο τρανζίστορ, δεν είχε καταλάβει τίποτα.
Σκεφτόμουν να το πω, έτσι για να σοκάρω. Ήταν και του χαρακτήρα μου, πιο πολύ από όσο είναι τώρα…
Δεν το έκανα. Με συγκράτησε η σκέψη, μην πάθει τίποτα, στην κατάσταση που ήταν.

Το επισκεπτήριο κρατούσε λίγο, ευτυχώς.
Κι ήμουν και άνθρωπος που, υποτίθεται, ήθελε κόσμο, κοντά του, στα δύσκολα.
Φαίνεται, μέχρι τότε δεν ήξερα τι πάει να πει «δύσκολα».

Την τέταρτη νύχτα, επέτρεψαν ένα άτομο να μείνει δίπλα μου. Η θεία αόρατη.
Έτσι είχε γίνει. Ένα με τον τοίχο. Μόνο με φρόντιζε, και ούτε ανάσαινε καν για να μην τη διώξουν.
Πρώτη φορά άφησα άνθρωπο να μου κρατήσει το χέρι.
Φοβόμουν.
Ευλογημένο χέρι.
Αγαπημένο χέρι.
Αγαπημένη αναπνοή που κρατήθηκες για να μπορέσω εγώ να βγω στην επιφάνεια.

Οι φλέβες μου άρχισαν να σπάνε.
Οι λεπτές πεταλούδες δεν ήταν αρκετές για μένα.
Προσπαθούσαν να μην με πονέσουν κι άλλο.
Δάκρυζαν.
Δεν με πείραζε ο πόνος.

Σκυλί.

Είχα να φάω από την πρώτη ημέρα. Δεν έπρεπε.
Το τρανζίστορ, έπαιρνε μια λεκάνη με καρπούζι, την κάθιζε στο παράθυρο και μου πετούσε τα κουκούτσια να γελάσουμε.
Δεν τρώω πια καρπούζι, έτσι, από θυμό.

Την τελευταία νύχτα κατουρήθηκα.
Τα υγρά του ορού, ζητούσαν διέξοδο από την κύστη μου.
Αδύνατον να σηκωθώ.
Έμεινα εκεί, στην ξινή ζεστασιά των ούρων, με τρανζίστορ, αίμα και καρπούζι.
Το σώμα μου είχε το δικό του θέλημα.

Το πρωί με πήγαν ξανά στο θάλαμο ειδικών ιατρικών παρεμβάσεων.
Δεν ήξερα ότι σήμερα θα τελείωνε.
Έβαλαν ακόμη μακρύτερες λαβίδες στον κόλπο μου.
Ενέσιμη αγωγή στην κοιλιά.
Πόνεσα.

«Laminaries
Αμνιοκέντηση
Εμβρυϊκός ασκίτης
Καρδιακοί παλμοί, negative
Λέξεις νεκρές.
Στης διαταραγμένης συνείδησης τους αέρινους ιστούς, εβδομαδιαία διαδρομή.
Κατάστρωμα, καβάλα στην πλώρη, με φουρτούνα.
Νυχτερινά λάβαρα οδύνης
Βάλβες
Μονάδες αίματος
Ευλογημένη ανυπαρξία
Το φιλί του ατσάλινου πυρός
Ευλογημένη ανυπαρξία
Η διάφανη ωχρότητα του υγρού, ασπασμός στα σφαλισμένα βλέμματα.»

Με μεταφέρουν στο δωμάτιο.
Πονάω πολύ.
Το τρανζίστορ έχει πάει για εξέταση.

«Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου.»

Κάκιωσα.

«Να γεννήσεις μ’ έναν πόνο», ευχήθηκα, «μα να μην έχεις ούτε έναν άνθρωπο να σου κρατήσει το χέρι»


Πόναγα.

Ένοιωθα το σώμα μου να διαστέλλεται.
Ο πόνος το κυρίευε κατακτητικά.
Οι σειρές από ρυθμικές αναπνοές διαδέχονταν η μία την άλλη ανά ένα λεπτό.

Παραίσθηση.

«Ένας λευκοντυμένος άνδρας, μπήκε στο δωμάτιο.
Στάθηκε κοντά στην πόρτα, δεν πλησίασε,
νέος, μελαχρινός, όμορφος.
Δεν τον είχα ξαναδεί.
Διάβασα το ταμπελάκι, Αντώνης.
“Μέχρι τις δώδεκα η ώρα θα έχουμε τελειώσει.”
Κι εξαφανίστηκε.»

Ανάβω ένα κεράκι, από τότε, του Αι Αντωνιού…

«Άνοιξε το στόμα της η ζωή
με τα χαλασμένα δόντια
μουρμούρισε έναν ακατάληπτο
ήχο χλουπ και καταβρόχθισε
ένα χρόνο απ’ τη ζωή μου.
Από τότε οι μέρες κυλούν
γοργά
χωρίς ν’ αφήνουν
πίσω τους παρά μονάχα φωτιές
και πολέμους.»

Πόνος
Σκοτάδι
Αδιαπέραστη σιωπή
Αδιαπέραστο κενό
Από τα βάθη του ινιακού, ως του ηβικού την οδυνηρή κοιλότητα
Πόνος
Τίποτε άλλο

Δεν ξέρω πώς είναι, αν και έχω γεννήσει ήδη ένα παιδί.
Δεν ξέρω πώς είναι αυτό και τι να περιμένω, αλλά δεν το σκέφτομαι, απλά συμβαίνει.

Θέλω να πάω στην τουαλέτα.
Το παχύ μου έντερο με πιέζει νομίζω.
Κινούμαι αργά.
Πονάω.
Καθισμένη στη λεκάνη, νοιώθω ένα χείμαρρο νερά να ξεπετάγονται από μέσα μου.
Ένας χείμαρρος νερά και μια τεράστια πίεση.

Νομίζω ότι…

Πανικοβάλλομαι.
Μια
Μόνη
Πρώτη
Φορά
Πανικοβάλλομαι

Δεν θέλω να πέσει στη λεκάνη
Δεν θέλω εδώ
Δεν θέλω μόνη
Πανικοβάλλομαι
Τρέμω
Δεν ξέρω τι να κάνω
Τρέμω
Δεν ξέρω τι κάνω

Ουρλιάζω.

Το κρεβάτι του χειρουργείου είναι παγωμένο ή εγώ κρυώνω;

«Κράτα κλειστά τα πόδια σου, ως να έρθουν οι γιατροί.»

Η πίεση την έξοδο του κόλπου είναι αφόρητη.
Τα φώτα σκληρά.
Δεν μιλάει κανείς, μόνο κινούνται ή εγώ δεν ακούω.

Μια τεράστια ώθηση.
Ένα ηφαίστειο που μου ξεσκίζει τη μήτρα.

Το αίμα πετάγεται στα απέναντι πρόσωπα.
Δεν ξέρω τι συμβαίνει.

Θέλω να τελειώσει.

Νοιώθω ένα σώμα να βγαίνει από μέσα μου.
Εσύ, νεκρό σώμα.
Εσύ.

Ακόμη δεν κατάφερα να σε πω μωρό.
Σε λέω έμβρυο.
Δεν σε είπα ποτέ, παιδί μου.
Εσύ.

Μια δύναμη, μια τεράστια δύναμη αυτοσυντήρησης, μου σπρώχνει το κεφάλι σε αποστροφή.

Δεν θέλω να δω.
Δεν θέλω να σε δω.

Οι γιατροί ξεπαγώνουν μονάδες αίματος σε καυτό νερό.
Οι φλέβες μου πυρπολούνται.
Το σώμα μου παγώνει.
Πεθαίνω.

«Θα σε ναρκώσουμε τώρα.
Ίσως να χάσεις τη μήτρα σου, έχει υποστεί ρήξη.
Ήταν εξαιρετικά βίαιος ο τοκετός.»

Δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε ως να ξυπνήσω.
Ζούσα
Δεν είχα χάσει τίποτα.

Ο φόβος μεταβολίστηκε σε πόνο, ο πόνος σε πίκρα.
Η πίκρα δεν μεταβολίζεται σε τίποτα.

Δεκαεπτά χρόνια μετά, παραμένει ίδια.

Δεν σε χάιδεψα ούτε με ένα βλέμμα.


Τ.



Φωτογραφίες: Constantine Manos


.




Για… καλύτερη εμπειρία θέασης του παρόντος ιστολογίου, χρησιμοποιήστε
Mozilla Fire Fox…ο Explorer, κάποιες φορές, μου χαλάει τη διάταξη και τη διάθεση. Επιμένω σ' αυτό...
. The Music Hutch .